επικομίζω

ἐπικομίζω (AM) [κομίζω]
μεταφέρω, κομίζω, οδηγώ κάτι σε κάποιον
αρχ.
1. μέσ. ἐπικομίζομαι
φέρω, έχω κάτι επάνω μου, συναποκομίζω («τὴν τροφὴν αὐτοὺς ἑαυτοῑς... ἐπικομίσασθαι κελεύσας», Δίων Κάσσ.)
2. παθ. (για παιδιά) επιτροπεύομαι, ανατρέφομαι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπικομίσῃ — ἐπικομίζω bring aor subj mid 2nd sg ἐπικομίζω bring aor subj act 3rd sg ἐπικομίζω bring fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικομιζόμενον — ἐπικομίζω bring pres part mp masc acc sg ἐπικομίζω bring pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικομίζοντα — ἐπικομίζω bring pres part act neut nom/voc/acc pl ἐπικομίζω bring pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικομιζομέναις — ἐπικομίζω bring pres part mp fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικομιζομένη — ἐπικομίζω bring pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικομιζομένην — ἐπικομίζω bring pres part mp fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικομιζομένοις — ἐπικομίζω bring pres part mp masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικομιζομένους — ἐπικομίζω bring pres part mp masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικομιζομένῳ — ἐπικομίζω bring pres part mp masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικομιζέσθω — ἐπικομίζω bring pres imperat mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.